Ελληνοιταλικός Πόλεμος 1940


Αποτελεί αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός ότι το γένος των Λατίνων, από την αρχαία εποχή αποσκοπεί στην υποδούλωση του Ελληνισμού και στην εγκαθίδρυση μιας λατινικής αυτοκρατορίας η οποία θα περιλαμβάνει όλες τις μεσογειακές χώρες, μεγάλο τμήμα της Ευρώπης, της πρόσω Ασίας και ολοκλήρου της Βορείου Αφρικής.

Η επιδίωξις αυτή, επετεύχθη με την ανάμιξη των Ρωμαίων στα Ελληνικά πολιτικά πράγματα με την τακτική του «ΔΙΑΙΡΕΙ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΕ» που χρησιμοποίησαν, υποδαυλίζοντας τη διχόνοια και τους πολέμους μεταξύ των Ελληνικών Πόλεων-Κρατών και των Ελληνικών Βασιλείων της Ανατολής. Με τον τρόπο αυτό κατέλαβαν το Βασίλειο της Μακεδονίας, τη Νότια Ελλάδα, το Βασίλειο των Σελευκιδών στην Ασία και τελευταίο το Ελληνικό Βασίλειο της Αιγύπτου το 30 π.χ

Έτσι έχουμε την επάρατο ρωμαιοκρατία η οποία πολλά δεινά επισώρευσε στην Ελλάδα και τον Ελληνισμό, η ζωτική δύναμις (πολιτιστική, φυλετική, πνευματική) όμως του οποίου κατάφερε αντί να αφομοιωθεί από τον κατακτητή να τον αφομοιώσει, πολιτιστικά, πνευματικά και γλωσσικά δημιουργώντας την περικλεεστάτη Βυζαντινή ημών αυτοκρατορία η οποία έζησε 1.100 χρόνια και ήταν κοσμοκράτειρα. Τα λείψανα του Ρωμαϊκού κράτους κατέρρευσαν γρήγορα κάτω από τις Γερμανικές επιδρομές το 476 μχ.

Οι Λατίνοι πάντοτε υπέβλεπαν την Ελληνική Αυτοκρατορία του Βυζαντίου και το Πρώτο με την προσπάθεια του Πατριάρχη της Ρώμης να κυριαρχήσει έναντι των Ελληνικών Πατριαρχείων της Ανατολής(Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων, Αντιοχείας) εισάγοντας την καινοτομία του αλαθήτου του Πάπα. Κατόπιν μόλις ισχυροποιήθηκαν οι μεσαιωνικές ιταλικές πόλεις, υπέσκαψαν τα θεμέλια και τελικά κατέλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία χρησιμοποιώντας ως όχημα τις λεγόμενες «σταυροφορίες» και ιδίως την 4η όπου κατέλαβαν την Βασιλεύουσα, έκαναν σφαγές, λεηλασίες, κλοπές και κάθε είδους έγκλημα και επέβαλαν τη λατινοκρατία στον Ελλαδικό χώρο .

Η δε στάση των ιταλών στο θέμα της δημιουργίας του κρατικού μορφώματος της Αλβανίας όπου προσαρτήθηκαν σε αυτό τα εδάφη της Ελληνικότατης Βορείου Ηπείρου κατόπιν έντονων ιταλικών πιέσεων, ο βομβαρδισμός και η κατάληψη της Κέρκυρας υπό των ιταλικών δυνάμεων και ο δόλιος εχθρικός ρόλος που έπαιξαν στη μικρασιατική εκστρατεία του Ελληνισμού όπου βοηθούσαν παντοιοτρόπως τους τούρκους και υπονόμευαν διαρκώς τον νικηφόρο Ελληνικό στρατό αποτελούν δείγμα της ιταλικής εχθρικής στάσης κατά της Ελλάδος στις αρχές του 20 αι.

Σε αυτό το ιστορικό πλαίσιο ανάγεται και η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδος το 1940. Ο ιταλικός ιμπεριαλισμός, υπό την ηγεσία του ημιπαράφρονος δικτάτορα Μπενιτο Μουσολίνι και για να αντιδράσει στην κεραυνοβόλο και άνευ προειδοποιήσεως κατάληψη των πετρελαιοπηγών του Πλοεστίου Ρουμανίας υπό των Γερμανικών ενόπλων δυνάμεων, θεωρώντας τον εγωισμό του θιγόμενο, εκκινήθει προς κατάληψη της Ελλάδος εκκινώντας έτσι την τρίτη σοβαρή αναμέτρηση μεταξύ Ελληνισμού και ιταλικού ιμπεριαλισμού.

Σε αυτήν τρίτη αναμέτρηση και παρά το γεγονός ότι ο εχθρός είχε καταλυτική αριθμητική υπεροχή σε όλους τους υλικούς τομείς ηττήθη κατά κράτος από τους Έλληνες οι οποίοι πήραν εκδίκηση για τη ρωμαιοκρατία και τη λατινοκρατία. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρέσβης στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι, παρέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά τελεσίγραφο του Μουσολίνι. Με αυτό, ο Ντούτσε ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρατευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας. Ο Μεταξάς αρνήθηκε το τελεσίγραφο με τα λόγια:«Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»

[Εντός ολίγων ωρών, ξεκίνησε η ιταλική επίθεση, ενώ ο Μεταξάς απηύθυνε διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Κατόπιν αυτού, ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια και αντι-ιταλικά συνθήματα, ενώ εκατοντάδες εθελοντές σε ολόκληρη την επικράτεια, άνδρες και γυναίκες, έσπευδαν στα στρατολογικά γραφεία για να καταταγούν. Ολόκληρο το έθνος ενώθηκε ενάντια στην ιταλική επιθετικότητα.

Το ιταλικό σχέδιο πολέμου, το επονομαζόμενο «Επείγουσα Ελλάς», προέβλεπε την κατάληψη της χώρας σε τρεις φάσεις. Η πρώτη ήταν η κατάληψη της Ηπείρου και των Ιονίων Νήσων. Ακολουθούσε, μετά την άφιξη των ενισχύσεων, μια επιδρομή προς τη Δυτική Μακεδονία μέχρι τη Θεσσαλονίκη, η οποία αποσκοπούσε στην κατάληψη της Βόρειας Ελλάδας

Το ιταλικό Γενικό Επιτελείο όρισε ένα Σώμα Στρατού για κάθε θέατρο επιχειρήσεων, τα οποία Σώματα σχηματίστηκαν από τις δυνάμεις που ήδη κατείχαν την Αλβανία. Το ισχυρότερο 25ο Σώμα «Τσαμουριά» στην Ήπειρο, το οποίο αριθμούσε συνολικά περίπου 30.000 άνδρες και 163 ελαφρά άρματα, θα βάδιζε προς τα Ιωάννινα, υποστηριζόμενο στα δεξιά από το «Παραλιακό Συγκρότημα». Συνολικά, η δύναμη που θα αντιμετώπιζαν οι Έλληνες ανερχόταν σε περίπου 85.000 άνδρες, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σεμπαστιάνο Βισκόντι Πράσκα.

Μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς, το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο κατάρτισε το σχέδιο «ΙΒ» («Ιταλία-Βουλγαρία», για την αντιμετώπιση μιας ταυτόχρονης συνδυασμένης επίθεσης από Ιταλία και Βουλγαρία. Το σχέδιο προέβλεπε επιβραδυντικές αμυντικές ενέργειες στην περιοχή της Ηπείρου, με βαθμιαία υποχώρηση στη φυσικά οχυρή γραμμή ΆραχθοςΜέτσοβοΑλιάκμοναςΒέρμιο, διατηρώντας την πιθανότητα μιας περιορισμένης επίθεσης στη Δυτική Μακεδονία. Το σχέδιο αναθεωρήθηκε δύο φορές στη συνέχεια, το «ΙΒα», προέβλεπε την άμυνα στη γραμμή των συνόρων και το «ΙΒβ», το οποίο προέβλεπε άμυνα κάπου ενδιάμεσα, μεταξύ συνόρων και γραμμής υποχώρησης. Στον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο, διοικητή της 8ης Μεραρχίας, παραχωρήθηκε ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων ανάλογα με την κατάσταση που θα διαμορφωνόταν στο πεδίο της μάχης.

Ο διοικητής της 8ης Μεραρχίας αποφάσισε ότι δεν θα παραχωρούσε αμαχητί εθνικό έδαφος και οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία βόρεια των Ιωαννίνων στην περιοχή Ελαίας – Καλπακίου και κατα μήκος του ποταμού Καλαμά, παρά τις διαταγές του Γενικού Επιτελείου, που υπογράμμιζαν ότι κύρια αποστολή των δυνάμεων του ήταν η κάλυψη της Δ.Μακεδονίας και η φρούρηση της διάβασης του Μετσόβου και των οδών προς Αιτωλοακαρνανία.

Οι κύριες ελληνικές δυνάμεις στην περιοχή όπου εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση, αριθμούσαν συνολικά περίπου 35.000 άνδρες και ήταν:

  • Στην Ήπειρο η 8η Μεραρχία Πεζικού,υπό τον υποστράτηγο Χαράλαμπο Κατσιμήτρο.
  • Στη περιοχή της Πίνδου, το «Απόσπασμα Πίνδου», υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη, με δύναμη 2.000 ανδρών περίπου.

Οι Έλληνες δεν είχαν καθόλου άρματα μάχης, ενώ οι Ιταλοί μπορούσαν να βασιστούν και στην απόλυτη υπεροπλία τους στον αέρα έναντι της μικρής τότε Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας. Επιπλέον, το μεγαλύτερο μέρος του οπλισμού του Ελληνικού Στρατού αναγόταν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Παρά ταύτα, πολλοί Έλληνες αξιωματικοί ήταν βετεράνοι μιας δεκαετίας συνεχών, σχεδόν, πολεμικών συγκρούσεων (Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-13, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία 1919-22) και ο Ελληνικός Στρατός, παρά τα περιορισμένα μέσα του, είχε αναδιοργανωθεί σε μεγάλο βαθμό κατά τη δεκαετία του 1930. Τέλος, το ηθικό των Ελληνικού Στρατού, αντίθετα με τις προσδοκίες των Ιταλών, ήταν υψηλότατο, με τους άνδρες έτοιμους να αποκρούσουν την ιταλική επίθεση και να «πάρουν εκδίκηση για την Τήνο», ενώ αποφασιστική ειχε θεωρηθεί από κάποιους Ιταλούς η συμμετοχή Ελλήνων μικρασιατών προσφύγων που έβλεπαν τους ιταλούς ως κύριους υπεύθυνους της μικρασιατικής καταστροφής.

Η ΙΤΑΛΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΙΣ

Οι ιταλοί επιτέθηκαν εναντίων της Ελλάδος το πρωί της 28 Οκτωβρίου και αρχικά εισχώρησαν στο Ελληνικό έδαφος ενώ τα Ελληνικά τμήματα προκάλυψης στη γραμμή των συνόρων συμπτύχθηκαν και κατέλαβαν νέες θέσεις άμυνας στα μετόπισθεν στα πλαίσια του επιβραδυντικού αγώνα.

Οι μεραρχίες «Φερράρα» και «Κένταυρος» κινήθηκαν προς την περιοχή του Καλπακίου, το «Παραλιακό Συγκρότημα» προωθήθηκε κατά μήκος της ακτής και η Μεραρχία «Σιένα» κινήθηκε στα νοτιοανατολικά του Καλπακίου προκειμένου να διαβεί τον ποταμό Καλαμά. Οι Ιταλοί συνάντησαν σημαντικές δυσκολίες στην προώθηση τους λόγω των καταστροφών στο οδικό δίκτυο και στις γέφυρες και των συνεχών βροχοπτώσεων που είχαν μετατρέψει τις ημιονικές οδούς σε βούρκο και τα ρυάκια σε ορμητικούς χειμάρρους.

Η σύμπτυξη των τμημάτων προκάλυψης ολοκληρώθηκε τη νύκτα της 29ης πρός 30η Οκτωβρίου και στις 31 Οκτωβρίου όταν το ιταλικό Γενικό Επιτελείο ανακοίνωνε ότι: «οι μονάδες μας συνεχίζουν να προελαύνουν στην Ήπειρο και έφτασαν στον ποταμό Καλαμά, σε πολλά σημεία. Αντίξοες καιρικές συνθήκες και ενέργειες των υποχωρούντων εχθρών δεν επιβραδύνουν την προέλαση των δυνάμεών μας», οι δυνάμεις των Μεραρχιών «Φερράρα» και «Κένταυρος» άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή της κύριας αμυντικής τοποθεσίας στο Καλπάκι. Οι αντίξοες καιρικές συνθήκες στη θάλασσα δεν επέτρεψαν τη προσχεδιασμένη απόβαση στην Κέρκυρα[15].

Οι επανειλημμένες προσπάθειες να διασπαστεί η κύρια αμυντική τοποθεσία συνετρίβησαν από τις δυνάμεις της 8ης Μεραρχίας, οπότε στις 9 Νοεμβρίου οι επιθέσεις διακόπηκαν και οι ιταλικές δυνάμεις στην Ήπειρο υποχώρησαν και έλαβαν θέσεις άμυνας, απειλούμενες από την αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων από την περιοχή της Πίνδου.

Η μεγαλύτερη απειλή για τις ελληνικές θέσεις διαγράφηκε από την διείσδυση των 11.000 ανδρών της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στην Πίνδο με κατεύθυνση το Μέτσοβο και τη διάβαση της Κατάρας, η οποία απειλούσε να διαχωρίσει τις ελληνικές δυνάμεις της Ηπείρου από εκείνες της Δυτικής Μακεδονίας. Η «Τζούλια» αρχικά σημείωσε επιτυχίες, καθώς κατάφερε να απωθήσει τις λιγοστές δυνάμεις του Αποσπάσματος Πίνδου του συνταγματάρχη Δαβάκη, που είχε την ευθύνη για την άμυνα της περιοχής. Οι ολιγομελείς φρουρές στα φυλάκια κατα μήκος των συνόρων γρήγορα ανατράπηκαν από τους αλπινιστές και το βράδυ της 28ης Οκτωβρίου, το σύνολο των δυνάμεων του Δαβάκη αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν υπό το βάρος της ιταλικής επίθεσης. Οι αλπινιστές συνέχισαν τις επιθέσεις τους την επόμενη μέρα και η κατάσταση για τις ελληνικές δυνάμεις έγινε απελπιστική. Το σύνολο των ανδρών του Αποσπάσματος Πίνδου ειχαν προωθηθεί στην πρώτη γραμμή και ο Δαβάκης αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των κατοίκων της περιοχής για τον ανεφοδιασμό τους. Μέσα από δύσβατα, ολισθηρά και ανεμοδαρμένα μονοπάτια, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μέσα στη νύχτα, στο τσουχτερό κρύο, στο χιόνι και στη λάσπη μετέφεραν στους μαχητές που κρατούσαν τις κορυφές των υψωμάτων πυρομαχικά, εφόδια και τρόφιμα και βοηθούσαν στη μεταφορά των τραυματιών στα μετόπισθεν. Ηταν η συμμετοχή του άμαχου πληθυσμού της περιοχής στο «Έπος της Πίνδου».

Το Ελληνικό Γενικό Επιτελείο διέγνωσε έγκαιρα την απειλή και κατηύθηνε αμέσως όλες τις μονάδες που επιστρατεύονταν στην απειλούμενη περιοχή. Στις 31 Οκτωβρίου εκδηλώθηκε η πρώτη αντεπίθεση των Ελλήνων, η οποία σημείωσε μικρή επιτυχία. Οι Ιταλοί κατόρθωσαν στις 3 Νοεμβρίου να καταλάβουν τη Βοβούσα, ένα χωριό 20 χιλιόμετρα βόρεια του Μετσόβου, αλλά οι δυνάμεις τους δεν ήταν αρκετές για να διαφυλάξουν το αριστερό άκρο της προώθησης τους, στο οποίο αντεπιτέθηκαν οι ελληνικές δυνάμεις που είχαν σπεύσει στην περιοχή.

Ο συνταγματάρχης Δαβάκης δεν είχε την τύχη να συμμετέχει στην ελληνική αντεπίθεση, μια και στις 2 Νοεμβρίου, εκτελώντας προσωπικά αναγνώριση στην περιοχή του υψώματος του Προφήτη Ηλία Φούρκας τραυματίστηκε σοβαρά από εχθρικά πυρά και διακομίστηκε στο νοσοκομείο Κοζάνης και στην συνέχεια στην Αθήνα.

Οι ελληνικές δυνάμεις περικύκλωσαν αυτές της «Τζούλια» που εγκατέλειψαν τη Βοβούσα, στις 4 Νοεμβρίου. Μέχρι την 7η Νοεμβρίου διεξήχθηκαν ανηλεείς μάχες στην περιοχή μέσα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες και οι αλπινιστές της «Τζούλια», που είχαν αποκοπεί από τα μετόπισθεν τους, πολέμησαν σκληρά για την επιβίωση τους. Στις 8 Νοεμβρίου ο διοικητής της «Τζούλια», στρατηγός Μάριο Τζιρότι, διέταξε να υποχωρήσουν νότια του όρους Σμόλικα κατά μήκος της βόρειας όχθης του Αώου προς την Κόνιτσα, όπου είχε προωθηθεί η 47η Μεραρχία «Μπάρι», η οποία αρχικά προοριζόταν για την απόβαση στην Κέρκυρα. Μέχρι τις 13 Νοεμβρίου οι ελληνικές δυνάμεις είχαν ανακαταλάβει τις συνοριακές διαβάσεις της Πίνδου, με εξαίρεση την περιοχή της Κόνιτσας, που κατείχε η μεραρχία Μπάρι μέχρι την 16η Νοεμβρίου. Αυτό ήταν και το τέλος της «Μάχης της Πίνδου».

Στη Δυτική Μακεδονία, ενόψει της έλλειψης δραστηριότητας από ιταλικής πλευράς και προκειμένου να ανακουφιστεί το μέτωπο της Πίνδου, το ελληνικό Γενικό Επιτελείο στις 31 Οκτωβρίου προώθησε στην περιοχή το Γ’ Σώμα Στρατού (10η και 11η Μεραρχία Πεζικού και Ταξιαρχία Ιππικού) υπό τον αντιστράτηγο Γεώργιο Τσολάκογλου με την εντολή να επιτεθεί στην Αλβανία, επίθεση η οποία λόγω προβλημάτων ανεφοδιασμού αναβλήθηκε για τις 14 Νοεμβρίου.

Η απροσδόκητη ελληνική αντίσταση κατέλαβε εξαπήνης το ιταλικό Γενικό Επιτελείο, το οποίο περίμενε ένα «στρατιωτικό πικ-νικ». Αρκετές μονάδες στάλθηκαν εσπευσμένα στην Αλβανία, ανώ τα αρχικά σχέδια για επικουρικές επιθέσεις σε ελληνικά νησιά ματαιώθηκαν. Εξοργισμένος από την αποτελμάτωση της επιχείρησης, ο Μουσολίνι στις 9 Νοεμβρίου ανασχημάτισε τη Διοίκηση Αλβανίας, αντικαθιστώντας τον Πράσκα με τον Ουμπάλντο Σόντου , τέως υφυπουργό Πολέμου. Ο νέος διοικητής, αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διέταξε τις δυνάμεις του να διακόψουν κάθε επιθετική ενέργεια και να λάβουν θέσεις άμυνας. Ήταν πλέον ξεκάθαρο ότι η ιταλική εισβολή είχε αποτύχει.

Ελληνική αντεπίθεση

Οι ελληνικές εφεδρείες άρχισαν να φτάνουν στο μέτωπο στις αρχές Νοεμβρίου και στα μέσα του ιδίου μηνός ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος εξαπελύσε αντεπίθεση. Έντεκα μεραρχίες πεζικού, δύο Ταξιαρχίες Πεζικού και η Μεραρχία Ιππικού υπο τον Υποστράτηγο Γεώργιο Στανωτά αντιμετώπιζαν δεκαπέντε ιταλικές μεραρχίες πεζικού και μια τεθωρακισμένη μεραρχία.[17]

Το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας και το Γ’ Σώμα Στρατου, ενισχυμένα με μονάδες από ολόκληρη τη Βόρειο Ελλάδα, εξαπέλυσαν επίθεση στις 14 Νοεμβρίου, με κατεύθυνση την Κορυτσά. Μετά από σκληρή μάχη στην οχυρωμένη μεθόριο, οι Έλληνες τη διέσπασαν στις 17 Νοεμβρίου και μπήκαν στην Κορυτσά στις 22. Η επίθεση από τη Δυτική Μακεδονία συνδυάστηκε με γενική επίθεση σε ολόκληρο το μήκος του Μετώπου. Το Α’ και Β’ Σώμα Στρατού προέλασαν στην Ήπειρο, και μετά από σκληρή μάχη κατόρθωσαν να καταλάβουν τους Αγίους Σαράντα, το Πόγραδετς και το Αργυρόκαστρο ως τις αρχές Δεκεμβρίου και τη Χειμάρρα την παραμονή των Χριστουγέννων. Είχε πλέον καταληφθεί ουσιαστικά ολόκληρη η Βόρεια Ήπειρος. Στις 10 Ιανουαρίου 1941, πριν την έλευση της βαρυχειμωνιάς, καταλήφθηκε και το στρατηγικής σημασίας οχυρωμένο πέρασμα της Κλεισούρας. Αλλά οι Έλληνες δεν κατόρθωσαν να προωθηθούν προς το Βεράτιο, ενώ απέτυχε και η επίθεσή τους προς την Αυλώνα. Στη μάχη για την Αυλώνα, οι Ιταλικές μεραρχίες «Λύκοι της Τοσκάνης», «Τζούλια», «Πινερόλο» και «Πουστέρια» υπέστησαν μεγάλες απώλειες, αλλά στα τέλη Ιανουαρίου η ελληνική προέλαση σταμάτησε. Οι Έλληνες σταμάτησαν λόγω αριθμητικής υπεροχής, πλέον, των Ιταλών, και λόγω της απομάκρυνσής τους από τα κέντρα ανεφοδιασμού.

Στο μεταξύ, ο στρατηγός Σοντού αντικαταστάθηκε στα μέσα Δεκεμβρίου από τον Ούγκο Καβαλλέρο (Ugo Cavallero). Στις 4 Μαρτίου, με την απειλή της γερμανικής επέμβασης έκδηλη, οι Βρετανοί έστειλαν τις πρώτες τους ενισχύσεις και πολεμοφόδια στους Έλληνες, πραγμα που αποδυκνειει ότι ο Ελληνικος στρατος αντιμετωπισε και νικησε τους ιταλους χωρις τη βοηθεια των συμμαχων. Συγκεκριμένα, έστειλαν τέσσερεις μεραρχίες, εκ των οποίων δύο τεθωρακισμένες, που αριθμούσαν 57.000 στρατιώτες υπό τις διαταγές του στρατηγού Χένρι Ουίλσον

Εαρινή ιταλική και γερμανική επίθεση (9 Μαρτίου 1941 – 23 Απριλίου 1941)

Οι Ιταλοί, θέλοντας να πετύχουν μια νίκη στο αλβανικό μέτωπο πριν την επιβεβλημένη, πλέον, γερμανική εμπλοκή, συγκέντρωσαν τις δυνάμεις τους για μια νέα επίθεση με την κωδική ονομασία Άνοιξη. Συγκέντρωσαν δεκαεπτά μεραρχίες έναντι των δεκατριών ελληνικών και υπό την επίβλεψη του Μουσολίνι προσωπικά, επιτέθηκαν ενάντια στο στενό της Κλεισούρας. Η επίθεση διήρκεσε από τις 9 ως τις 20 Μαρτίου, αλλά απέτυχε να απωθήσει τους Έλληνες.

Στις 6 Απριλίου, ο Γερμανικός στρατός επιτέθηκε εναντίων της Ελλάδος με την κωδικη ονομασία «Μαρίτα». Ο Ελληνικός στρατός, καθήλωσε τη Γερμανική επίθεση προκαλώντας μεγάλες απώλειες στη Βερμαχτ. Τα οχυρά της Γραμμής Μεταξά αποδειχθήκαν απόρθητα. Ο Γερμανοί όμως, κατατροπώνοντας αστραπιαία το Γιουγκοσλαβικό στρατό εισέβαλλαν και από τα Ελληνογιουγκοσλαβικα σύνορα.

Δεν υπήρχαν πλέον δυνάμεις για να αντιπαρατεθούν και εκεί. Η Ελλας των 7 εκατομμυρίων η οποία νικηφόρος πολεμούσε κατά 2 αυτοκρατοριών 45 και 70 εκατομμυρίων καθως και των συμμάχων τους αλβανών και Βουλγάρων δεν εδύνατο πλέον να αντιταχθεί και σε τρίτο μέτωπο.

Στις 18 Απριλίου το μηχανοκίνητο γερμανικό σύνταγμα Σωματοφυλακή SS (Leibstandarte «Adolf Hitler») κάμπτοντας την τοπική αντίσταση, κατέλαβε το πέρασμα του Μετσόβου, αποκόπτοντας έτσι τον Ελληνικό Στρατό Ηπείρου από τα μετόπισθεν. Την επόμενη μέρα οι Γερμανοί κατέλαβαν τα Ιωάννινα, ολοκληρώνοντας την απομόνωση του ελληνικού στρατού που υποχωρούσε από την Αλβανία. Έχοντας επίγνωση της κρίσιμης κατάστασης, ο αντιστράτηγος Γεώργιος Τσολάκογλου, σε συμφωνία με άλλους στρατηγούς, αλλά χωρίς την εξουσιοδότηση του Στρατάρχη Παπάγου, αντικατέστησε τον Αντιστράτηγο Πιτσίκα και προσέφερε συνθηκολόγηση στον Ζεπ Ντίτριχ (Sepp Dietrich) στις 20 Απριλίου, κυρίως για να αποφύγει ατιμωτική παράδοση στους Ιταλούς[22]. Οι όροι της παράδοσης θεωρήθηκαν τιμητικοί, καθώς ο ελληνικός στρατός δε θα αιχμαλωτιζόταν, ενώ οι αξιωματικοί θα επιτρεπόταν να διατηρήσουν το ξίφος τους. Ο Μουσολίνι εξοργίστηκε από τη μονομερή αυτή παράδοση και μετά από πολλές διαμαρτυρίες στοn Χίτλερ, η τελετή συνθηκολόγησης επαναλήφθηκε στις 23 Απριλίου, για να παρευρεθούν και εκπρόσωποι της ιταλικής πλευράς.

Στις 24 Απριλίου τα ιταλικά στρατεύματα επιτέθηκαν μαζί με τα γερμανικά στην Αττική, κοντά στην Αθήνα, ενώ οι ηττημένοι Βρετανοί ξεκίνησαν την αποχώρησή τους. Παράλληλα, η Βουλγαρία εισέβαλε στην Θράκη και κατέλαβε μια περιοχή γύρω από την Ξάνθη. Στις 3 Μαΐου, μετά την κατάληψη και της Κρήτης, έγινε μια θεαματική ιταλο-γερμανική παρέλαση στην Αθήνα για να εορταστεί η νίκη του Άξονα. Μετά τη νίκη επί της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας, ο Μουσολίνι ξεκίνησε να κομπάζει για τη νέα ιταλική Mare Nostrum («η θάλασσά μας», αναφερόμενος στη Μεσόγειο).

Τμήματα του Ελληνικού στρατού μεταφέρθηκαν εις Βόρειο Αφρική όπου σχημάτισαν Την 1η Ελληνική ταξιαρχία η οποία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη μάχη του Ελ Αλαμέιν και στη κατά συνέπεια στη νίκη των συμμάχων στο Βορειοαφρικανικό μέτωπο. Η συνδρομή της Ελλάδος στη νίκη των συμμάχων κατά του άξονος υπήρξε καθοριστική σύμφωνα και με την παραδοχή του ιδίου του Αδόλφου Χίτλερ ο οποίος παραδέχθηκε ότι η ήττα των γερμανών εις ανατολικό μέτωπο, οφείλεται στην πεισμωδη, ηρωική αντίσταση των πιο γενναίων όπως είπε από τους αντιπάλους του Ελλήνων οι οποίοι αντιμετωπίζοντας τον με απαράμιλλη γενναιότητα και περιφρόνηση προς τον θάνατο τον καθυστέρησαν στην υλοποίηση της επιχειρήσεως Μπαρμπαρόσα.

Ο Έλλην στρατιώτης του 1940, χωρίς τα απαραίτητα υλικά μέσα και αντιμετωπίζοντας συντριπτικά υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, έδειξε τέτοιο ηρωισμό και θάρρος κατατροπώνοντας κυριολεκτικά τους ιταλούς και προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους Γερμανούς που δίικαια μπορεί να θεωρηθεί ισότιμος των 300 του Λεωνίδα, των πολεμιστών του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και των περί τον Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια. Το 1940 για άλλη μια φορά ύψωσε το ανάστημα ο Έλλην άνθρωπος ο οποίος εις πείσμα όλων όσων τον επιβουλεύονται ζει, υπάρχει και θα υπάρχει εδώ σε αυτή τη χώρα φυλάτωντας Θερμοπύλες της Φυλής, της δικαιοσύνης και του πολιτισμού όντας ο πρωτοδημιουργός του. Μεγάλο δυστύχημα αποτελεί το γεγονός ότι ο πόλεμος αυτός δεν έγινε για τα πραγματικά συμφέροντα των ευρωπαϊκών λαών όπως και ο προηγουμένως και είχε ως υποκινητή το διεθνές τραπεζικό κεφάλαιο το οποίο εξόπλιζε αμφότερους τους συνασπισμούς οδηγώντας τα ευρωπαϊκά έθνη πρώτα στον αλληλοσπαραγμό και μετά στην πλήρη οικονομική υποδούλωση τους.

Γεώργιος Παπασημάκης – Ιωάννης Σιάννης

Advertisements