Η αναγκαιότητα ενότητος του Ελληνισμού

Θεωρώ πως την ώρα που ο τουρκικός επεκτατισμός, η αλβανική και σκοπιανή προκλητικότητα ξεπερνούν κάθε όριο δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για να χωριστούν οι εθνικώς σκεπτόμενοι Έλληνες σε αντίπαλα στρατόπεδα…

Το ίδιο πιστεύω και για τα θρησκευτικά θέματα. Δεν είναι τώρα η ώρα που θα πρέπει από 90% ορθόδοξοι να γίνουμε 30% ορθόδοξοι, 30% χιλιαστές, 30% οπαδοί της πατρώας θρησκείας και 10% λοιπές αιρέσεις.

Κάτι τέτοιο θα συνέτεινε στην περαιτέρω διαίρεση του Ελληνικού Έθνους, πράγμα που αποτελεί την κύρια επιδίωξη του εχθρού αφού όπως διδάσκει η ιστορία, Έλληνες ενωμένοι ΠΟΤΕ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ!!!

Ας αφήσουμε λοιπόν συνέλληνες τις όποιες μικροδιαφορές και ας ενωθούμε κάτω από την Ιερή Σημαία της Αιωνίου Ελλάδος δια την σωτηρία της Πατρίδος!

Γεώργιος Παπασημάκης

ΕΡ.Κ.ΕΛ

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ-ΑΡΧΙΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ

Γεώργιος Παπασημάκης Διευθυντής- Αντιπρόεδρος του ΕΡ.Κ.ΕΛ
Ακαδημίας 98-100 Τ.Κ 101 81 Πλατεία Κάνιγγος Αθήναι τηλ. 6978982714 email: papasimakis@yahoo.gr Ιστοσελίδα: papasimakis.googlepages.com

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΔΗΘΕΝ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥΣ


Ελληνίδες, Έλληνες, μέλη του ΕΡ. Κ. ΕΛ,

μετά από σχεδόν εικοσαετή εθνική δράση, η οποία ήταν πάντοτε τίμια και ανιδιοτελής και είχε πάντα ώς γνώμονα το καλό του έθνους των Ελλήνων βρίσκομαι απόψε ενώπιόν σας ώστε να απαντήσω στους συκοφάντες εκείνους, οι οποίοι θορυβημένοι από την πλήρη νομική υπόσταση και μεγάλη δράση που ανέλαβε τελευταία το ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, θεώρησαν σκόπιμο να επιδοθούν σε ένα όργιο κατασυκοφάντησης, λασπολογίας και συνομοσιολογίας κατηγορώντας μας, ως φασίστες ακροδεξιούς και επίδοξους καταχραστές των επιδοτήσεων της Ε.Ε.

Είναι βέβαιο ότι αι αντιδράσεις αύται, αι οποίαι στόχο έχουν να ματαιώσουν για άλλη μια φορά την πολυπόθητη και πολλές φορές αποτυχημένη παγκόσμια ένωση του Ελληνισμού, θα πέσουν στο κενό εφ’ όσον εμείς υπό την άξια ηγεσία του Προέδρου μας έχουμε αποφασίσει όπως είπα και στην προσφώνησή μου την αξέχαστη εκείνη βραδιά που είχα την τιμή να σταθώ ενώπιόν σας και να σας παρουσιάσουμε το επικυρωμένο από το Πρωτοδικείο Αθηνών και το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών το καταστατικό μας, ότι σκοπεύουμε να θέσωμε τα ιδία ημών σώματα ως ανάχωμα σε κάθε επίθεση που θέλει δεχθεί ο Ελληνισμός.

Ζητώ την ψυχραιμία σας και την διατήρηση της περίφημης αυτοκυριαρχίας σας και νομιμόφροσυνης σας, σε αντίθεση με εκείνους οι οποίοι αγωνίζονται να καταλύσουν κάθε αρχή πολιτική θρησκευτική ή και μη κυβερνητική η οποία αγωνίζεται υπέρ του Ελληνισμού.
Ζητώ τη συσπείρωσή σας γύρω από τους αρχηγούς των τοπικών οργανώσεων και τη συνέχιση του αγώνα μας με κάθε νόμιμο μέσο.

Ζήτω η Ελλάς, ζήτω η Ορθοδοξία και σε πείσμα κάποιων ζήτω η ένδοξη Βυζαντινή ημών Αυτοκρατορία.

Ο Αντιπρόεδρος

Γεώργιος Παπασημάκης

Απάντηση στους υπονομευτές του ΕΡ.Κ.ΕΛ


Ελληνίδες, Έλληνες,
απανταχού του Ελληνισμού. Όπως γνωρίζετε το Ερευνητικό Κέντρο Ελληνισμού είναι πλέον μια πραγματικότητα.

Αποτελούμε μια αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία και μια μη κυβερνητική οργάνωση. Στο μικρό διάστημα που έχουμε συσταθεί έχουμε αναπτύξει πολυσχιδή δραστηριότητα για την προβολή του Ελληνισμού. Την προηγούμενη εβδομάδα ωστόσο δεχθήκαμε επίθεση απο τηλεοράσεως εν απουσία μας από ανθελληνικά στοιχεία με στόχο την ηθική μας εξόντωση. Κάποιοι είναι θορυβημένοι από την παρουσία μας και προσπάθησαν να μας κατηγορήσουν για πατριδοκαπηλεία ως ακροδεξιούς και οτι δημιουργήσαμε τοΕΡ.Κ.ΕΛ για να πάρουμε επιδοτήσεις απο την Ευρωπαική Ένωση.

Όπως γνωρίζετε, καλύτερα απο ολους, η δύναμη του ΕΡ.Κ.ΕΛ είσαστε εσείς οι ίδιοι με τη μικρότερη ή μεγαλύτερη συνεισφορά σας. Παραδίδω τους συκοφάντες στην κρίση σας και σας καλώ να συσπειρωθείτε και να συστρατευθούμε όλοι στο ΕΡ.Κ.ΕΛ για την εκπλήρωση των επιδιώξεων του Ελληνισμού και των πόθων του Έθνους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΠΕΤΡΟΣ ΚΑΡΤΑΛΙΑΣ

Η επανάκτηση της Ελληνικής δόξας

Παρ΄ όλη την διάρκεια του χρόνου, παρά τα πυκνά σκοτάδια, κάθε
φορά που
ο Έλληνας θα στοχάζεται τη σχέση του με το Θεό, θα ξαναβρίσκει
μέσα του
τα αδιάρρηκτα στοιχεία της πρωταρχικής του ουσίας, και τις
φυσικές ενδείξεις
του ένδοξου προορισμού του.
Εφοδιασμένοι με θεία Δύναμη, θα πρέπει να είμαστε
περισσότρο ασφαλείς,
γιατί καθώς είναι ενωμένη με το Είναι μας τίποτα δεν θα
μπορούσε να μας
την κλέψει, εάν δεν την είχαμε εμείς οι ίδιοι εγκαταλείψει.
Σύμφωνα μ’ αυτόν τον
ένδοξο προορισμό μας έχει δοθεί αυτή η τρομερή και
ισχυροτάτη δύναμη, για
να υποτάξουμε στη θεία εξουσία εκείνους που θα μπορούσαν να
την παρα-
γνωρίσουν.
Τώρα όμως ασχολούμαστε με τα αποτελέσματα και όχι με την
αιτία αυτού του υποβιβασμού του ελληνικού γένους. Δεν έχω
την πρόθεση να μιλήσω παρά σε εκείνους που δεν αρνούνται την
ύπαρξή του. Σ’ εκείνους που παρά τις δυσκολίες που συναντούν
για να εξηγήσουν το κακό και την καταγωγή του, με το να
μην αποφασίζουν αρνητικά γι΄ αυτό το ζήτημα αισθάνονται
απέναντι σε μια δύσκολη και σκοτινή αλήθεια παρά σ΄ ένα
φανερό παραλογισμό.
Για να απεικονίσουμε τα αποτελέσματα του ξεπεσμού μας,
πρέπει να γνωρίσουμε την ένδοξη κατάσταση την οποία είχαμε
απολαύσει, σαν ένα Θυσαυρό του οποίου θα είχαμε όλοι
ΑΝΑΛΑΒΕΙ από ΚΟΙΝΟΥ, (ανεξαρτήτως πολιτικής αποχρώσεως) και
την ΦΥΛΑΞΗ και την ΔΙΑΝΟΜΗ.
Πρέπει να παραδεχθούμε, ότι είχαμε μοιρασθεί με αλληλεγγύη
τη δόξα και τις ανταμοιβές αυτής της υπέροχης εκδήλωσης.

Άννη Κόλλια

ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΚΑΤΑΠΤΩΣΗ

Κάθ΄όλη την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων ανάμεσα στις δύο χώρες, την Ρωσία και τη Γεωργία, βλέπουμε στη συνέχεια, να εκτυλίγεται μπροστά μας ένα πεδίο σφοδρών διπλωματικών αντιπαραθέσεων και ιαχών πολέμου εκατέρωθεν, ανάμεσα στη Δύση και τους Ρώσους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες.

Αντιλαμβανόμαστε για άλλη μία φορά τον εξοβελισμό καί την κατάπτωση εννοιών, όπως αυτών της επί των εθνών αρετής καθώς και της παγκοσμίου ηθικής αρχής ως δύο φιλοσοφικές ιδέες άρρηκτα συνδεδεμένες με την ορθή λειτουργία των διεθνών θεσμών και διεθνούς δικαίου.

Μία τακτική ή οποία έχει επιταθεί σε πολύ μεγάλο, και κυρίως, απροκάλυπτο βαθμό τα τελευταία χρόνια από την δυτική ισχύ, – κάτι πού έλαβε χώρα μετά την κατάρρευση του συμφώνου της Βαρσοβίας και τη διάλυση του Σοβιετικού μπλόκ στις 31 Μαρτίου 1990 – με τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής όπου με το ύφος της παγκόσμιας υπερδύναμης να συμπεριφέρονται σαν τον εντολέα και καθοδηγητή αυτού πού παραδοσιακά είναι χαρακτηρισμένο αλλά και προσδιορισμένο ως δυτικός κόσμος. Αναφέρομαι στην πρόδηλη καταστρατήγηση του διεθνούς δικαίου καί τών θεσμών του ώς έννοια καθώς καί ώς ρυθμιστικός μηχανισμός τής συλλογικής συμπεριφοράς τών χωρών, όπου ώς ένα διεθνές νομικό φαινόμενο κάνει να αντικατοπτρίζεται μπροστά μας όλο το σύνολο εκείνων των κανόνων πού έχουν σάν μοναδικό τους σκοπό τελικά να συνετίσουν, απλά, μονάχα τά αδύναμα κράτη επιβάλλοντάς τους μία αναγκαία ορθή και μη έκνομη συμπεριφορά. Κάτι τέτοιο όμως, απ΄ ότι φαίνεται με τά ρέοντα γεγονότα, και από την ιστορία ακόμη, δεν έχει καμία ηθική αξία και επιπλέον ως προς την νομική του υπόσταση για εκείνα τά κράτη γίγαντες τά οποία με την υπέρμετρη δυναμική τους, δεν σέβονται αυτό το οποίο επιβάλουν οί νόμοι και οί κανόνες αυτοί, είτε είναι πολιτικοί, οικονομικοί, αλλά πάνω απ΄ όλα, εκείνοι πού επιβάλει ή παγκόσμια ηθική διά μέσου της οποίας θα υπάρχει ή αρμονία εκείνη πού θα μπορέσει να επιτύχει ένα καλύτερο μέλλον για όλους μέσα στήν γραμμική πορεία πού διαγράφουμε στο χρονικό ιστορικό γίγνεσθαι.

Φυσικά, εδώ βλέπουμε το Ρωσικό ενδυναμωμένο πλέον κράτος, να ανταπαντά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο αναγνωρίζοντας την ν.Οσετία και την Αμπχαζία, σε αυτό πού υλοποίησαν οί ΗΠΑ και οί δυτικοί της εταίροι, την αναγνώριση δηλαδή, του Κοσσόβου ως μία <> εθνική και κρατική οντότητα μέσω κάποιων διαδικασιών πού ομοιάζουν εντελώς αμφίβολες και παράνομες σε σχέση με την ορθή και συνετή εφαρμογή των κανόνων τού διεθνούς δικαίου.

Το ζήτημα δεν είναι ποιος έκανε πρώτος την αρχή, δεν έχει σημασία άλλωστε, αλλά ή έλλειψη σωφροσύνης μπροστά σε ένα κρατικό-εθνικό υποκειμενικό συμφέρον που έχει μοναδικό στόχο τις επεκτατικές βλέψεις της κάθε υπερδύναμης ως οντότητας πολιτικοοικονομικής και γεωγραφικής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τά ιδιαιτέρως ισχυρά κράτη να παρουσιάζονται οί ρυθμιστές του παγκόσμιου, κατά βούληση, γίγνεσθαι καθιστώντας ανδράποδα τίς ασθενέστερες χώρες. Όλες αυτές οί ενέργειες πού ασκούν υπέρμετρα είναι αποτέλεσμα της ισχυρής πολιτικής τους επιρροής και του πολύ-ολοκληρωτισμού πού ασκήται – από τά λίγα και ισχυρά κράτη – στή διεθνή σκηνή μαζί με έναν άκρως ισχυρό οικονομισμό και βιομηχανισμό πού τά περιβάλλει. Φαινόμενα, τά οποία ιστορικά γίνονται πιο εμφανή μετά τον θάνατο των παλαιών αυτοκρατοριών καί την έκρηξη της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης πού έλαβε χώρα στο δεύτερο μισό τού 18ο μέχρι και το πρώτο μισό τού 19ο αιώνα, όπου αρχίζουν σιγά σιγά να παρουσιάζονται οί ζυμώσεις εκείνες πού τελικά θα δημιουργήσουν το status quo το οποίο θα επιτρέψει την γέννηση των λεγόμενων σφαιρών επιρροής με τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ κρατών, ως αποτέλεσμα του επιβαλλόμενου παρά τη θέληση προστατευτισμού – ενός αμιγούς καί έντονα υπαρκτικού comportamentismo machiavellico – από τά ισχυρά κράτη. Μέ τήν ισχυρή τους πολιτική επιρροή, καθώς και μέ τήν οικονομική, βιομηχανική καί τεχνολογική τους υπεροχή ό αυτοκρατορισμός πού τά χαρακτηρίζει μέ τήν όλο καί πιό έντονη εξάπλωση τής ηγεμονίας τους ώς επακόλουθο τής ανάπτυξής τους, προσδιορίζει αυτές τίς υπέρ-δυνάμεις όλο καί περισσότερο ασυνεπείς στήν υποχρέωση καί τό καθήκον πού επιβάλλει τό νομοταγές απέναντι στό διεθνές δίκαιο, καί στούς θεσμούς.

Συνεπώς βλέπουμε ότι ο μη σεβασμός αυτών των διεθνών κανόνων είναι για να ωφελήσει μόνο τά ισχυρά κράτη, τα οποία με την φιλοσοφία του επεκτατισμού μπορούν να συνθλίβουν εθνικές συνειδήσεις αδιαφορώντας για την επιβίωση αυτών των εθνικών-κρατικών οντοτήτων. Είναι αυτό πού λένε, ότι το δίκαιο του ισχυρού είναι πάνω απ’όλα και όλους, αδρανοποιώντας πάσης φύσεως εφαρμογές σωστών νόμων και κανόνων τού παγκόσμιου behaviorismo……………………………………….


ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΑΧΑΙΤΙΣΗ

Τεύχος 36

Νοέμβριος 2008

Άγγελος . Ιωάννη . Μάλφας

Πολιτικών και οικονομικών επιστημών

Università di Bologna

Τήλ. 210.4828107 – 6976.071447

e-mail. a_malfa@otenet.gr

Τι γλώσσα μου έδωσαν; Eλληνική;

Hellenic Quest λέγεται ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκμάθησης της Ελληνικής που το CNN άρχισε να διανέμει παγκοσμίως και προορίζεται σε πρώτο στάδιο για τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους.

Η μέθοδος διδασκαλίας συνίσταται στην προβολή πληροφοριών στην οθόνη του Η/Υ με ταυτόχρονη μετάδοση ήχου και κινούμενης εικόνας..

Το πρόγραμμα παράγεται από τη μεγάλη εταιρία Η/Υ Apple, o Πρόεδρος της οποίας Τζον Σκάλι είπε σχετικά: Αποφασίσαμε να προωθήσουμε το πρόγραμμα
εκμάθησης της Ελληνικής, επειδή η κοινωνία μας χρειάζεται ένα εργαλείο που θα της επιτρέψει ν’ αναπτύξει τη δημιουργικότητά της, να εισαγάγει
καινούριες ιδέες και θα της προσφέρει γνώσεις περισσότερες απ’ όσες ο άνθρωπος μπορούσε ως τώρα να ανακαλύψει.

Με άλλα λόγια, πρόκειται για μιαν εκδήλωση της τάσης για επιστροφή του παγκόσμιου πολιτισμού στο πνεύμα και τη γλώσσα των Ελλήνων.

Άλλη συναφής εκδήλωση: Οι Άγγλοι επιχειρηματίες προτρέπουν τα ανώτερα στελέχη να μάθουν Αρχαία Ελληνικά επειδή αυτά περιέχουν μια ξεχωριστή
σημασία για τους τομείς οργανώσεως και διαχειρίσεως επιχειρήσεων.

Σε αυτό το συμπέρασμα ήδη οδηγήθηκαν μετά από διαπιστώσεις Βρετανών ειδικών ότι η Ελληνική γλώσσα ενισχύει τη λογική και τονώνει τις ηγετικές ικανότητες.

Γι’ αυτό έχει μεγάλη αξία, όχι μόνο στην πληροφορική και στην υψηλή τεχνολογία, αλλά και στον τομέα οργανώσεως και διοικήσεως ..

Αυτές οι ιδιότητες της Ελληνικής ώθησαν το Πανεπιστήμιο Ιρμάιν της Καλιφόρνια να αναλάβει την αποθησαύριση του πλούτου της. Επικεφαλής του
προγράμματος τοποθετήθηκαν η γλωσσολόγος -Ελληνίστρια- Μακ Ντόναλι και οι καθηγητές της ηλεκτρονικής Μπρούνερ και Πάκαρι.

Στον Η/Υ Ίμυκο αποθησαυρίστηκαν 6 εκατομμύρια λεκτικοί τύποι της γλώσσας μας όταν η Αγγλική έχει συνολικά 490.000 λέξεις και 300.000 τεχνικούς
όρους, δηλαδή σαν γλώσσα είναι μόλις το 1/100 της δικής μας. Στον Ίμυκο ταξινομήθηκαν 8.000 συγγράμματα 4.000 αρχαίων Ελλήνων και το έργο
συνεχίζεται.

Μιλώντας γι’ αυτό ο καθηγητής Μπρούνερ είπε: Σε όποιον απορεί γιατί τόσα εκατομμύρια δολάρια για την αποθησαύριση των λέξεων της Ελληνικής απαντούμε: Μα πρόκειται για τη γλώσσα των προγόνων μας. Και η επαφή μας μ’ αυτούς θα βελτιώσει τον πολιτισμό μας .

Οι υπεύθυνοι του προγράμματος υπολογίζουν ότι οι ελληνικοί λεκτικοί τύποι θα φθάσουν στα 90 εκατομμύρια, έναντι 9 εκατομμυρίων της λατινικής.

Το ενδιαφέρον για την Ελληνική προέκυψε από τη διαπίστωση των επιστημόνων πληροφορικής και υπολογιστών ότι οι Η/Υ προχωρημένης τεχνολογίας δέχονται ως νοηματική γλώσσα μόνον την Ελληνική. Όλες τις άλλες γλώσσες τις χαρακτήρισαν σημειολογικές .

Νοηματική γλώσσα θεωρείται η γλώσσα στην οποία το σημαίνον, δηλαδή η λέξη, και το σημαινόμενο, δηλαδή αυτό, που η λέξη εκφράζει (πράγμα, ιδέα, κατάσταση), έχουν μεταξύ τους πρωτογενή σχέση. Ενώ σημειολογική είναι η γλώσσα στην οποία αυθαιρέτως ορίζεται ότι το αμ πράγμα (σημαινόμενο) εννοείται με το αμ (σημαίνον).

Με άλλα λόγια, η Ελληνική γλώσσα είναι η μόνη γλώσσα της οποίας οι λέξεις έχουν πρωτογένεια, ενώ σε όλες τις άλλες, οι λέξεις είναι συμβατικές,
σημαίνουν, δηλαδή, κάτι, απλώς επειδή έτσι ‘συμφωνήθηκε’ μεταξύ εκείνων που την χρησιμοποιούν.

ΟΛΕΣ οι λέξεις στην Ελληνική ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ, π.χ. η λέξη ενθουσιασμός = εν-Θεώ,
γεωμετρία = γη +μετρώ, προφητεία = προ + φάω, άνθρωπος = ο άναρθρων (ο
αρθρώνων λόγο).

Έχουμε δηλαδή αιτιώδη σχέση μεταξύ λέξεως-πράγματος, πράγμα ανύπαρκτο στις άλλες γλώσσες. Τα πιο τέλεια προγράμματα Ίμυκος , Γνώσεις και Νεύτων αναπαριστούν τους λεκτικούς τύπους της Ελληνικής σε ολοκληρώματα και σε τέλεια σχήματα παραστατικής, πράγμα που αδυνατούν να κάνουν για τις άλλες γλώσσες.

Και τούτο επειδή η Ελληνική έχει μαθηματική δομή που επιτρέπει την αρμονική γεωμετρική τους απεικόνιση.


Ιδιαιτέρως χρήσιμα είναι τα ελληνικά προσφύματα ΟΠΩΣ : τηλέ , λάνδη
=…LAND, ΓΕΩ…,νάνο, μίκρο, μέγα, σκοπό….ισμός, ΗΛΕΚΤΡΟ…., κυκλο….,
ΦΩΝΟ…., ΜΑΚΡΟ…., ΜΙΚΡΟ….., ΔΙΣΚΟ…., ΓΡΑΦΟ…, ΓΡΑΜΜΑ…, ΣΥΝ…,
ΣΥΜ…, κ.λπ..

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ : ΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ C D = COMPACT DISK = ΣΥΜΠΑΚΤΩΜΕΝΟΣ ΔΙΣΚΟΣ

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές θεωρούν την Ελληνική γλώσσα «μη οριακή», δηλαδή ότι μόνο σ’ αυτή δεν υπάρχουν όρια και γι’ αυτό είναι αναγκαία στις νέες
επιστήμες όπως η Πληροφορική, η Ηλεκτρονική, η Κυβερνητική και άλλες.

Αυτές οι επιστήμες μόνο στην Ελληνική γλώσσα βρίσκουν τις νοητικές εκφράσεις που χρειάζονται, χωρίς τις οποίες η επιστημονική σκέψη αδυνατεί
να προχωρήσει.

Γι’ αυτούς τους λόγους οι Ισπανοί Ευρωβουλευτές ζήτησαν να καθιερωθεί η Ελληνική ως η επίσημη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διότι το να μιλά κανείς για
Ενωμένη Ευρώπη χωρίς την Ελληνική είναι σα να μιλά σε έναν τυφλό για χρώματα.

Προωθήστε αυτό το μήνυμα! Όχι για λόγους σοβινιστικούς, Μα για να μαθαίνουμε
σιγά-σιγά την αλήθεια !

Ο εθνικός ύμνος

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες
πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα ακαρτερούσες,
«έλα πάλι», να σου πεί.

‘Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα,
κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά ‘σκιαζε η φοβέρα
και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία
μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία
και διηγώντας τα να κλαις.

Και ακαρτέρει και ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά,
ένα εκτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά,

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω
το κεφάλι από τσ’ ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω
κλάψες, άλυσες, φωνές.

Τότε εσήκωνες το βλέμμα
μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ’ αίμα,
πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα
ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα
άλλα χέρια δυνατά.

Μοναχή το δρόμο επήρες,
εξανάλθες μοναχή·
δεν είν’ εύκολες οι θύρες
εάν η χρεία τες κουρταλεί.

‘Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια,
αλλ’ ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια
και σε γέλασε φρικτά.

΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου
οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά ‘βρεις τα παιδιά σου,
σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι
και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι
που τη δόξα σού ενθυμεί.

Ταπεινότατη σου γέρνει
η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει
κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει
κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει
ή τη νίκη ή τη θανή.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου
ο ουρανός που για τσ’ εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου
έτρεφ’ άνθια και καρπούς,

εγαλήνεψε· και εχύθει
καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη
πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ’ εκράξαν
χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν
όσα αισθάνετο η καρδιά.

Εφωνάξανε ως τ’ αστέρια
του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια
για να δείξουνε χαρά,

μ’ όλον πού ‘ναι αλυσωμένο
το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο
έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».

Γκαρδιακά χαροποιήθει
και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει
που την έδεναν κι αυτή.

Απ’ τον πύργο του φωνάζει,
σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει
το λιοντάρι το Ισπανό.

Ελαφιάσθη της Αγγλίας
το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ’ άκρα της Ρουσίας
τα μουγκρίσματα τσ’ οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει,
πως τα μέλη ειν’ δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει
μια σπιθόβολη ματιά.

Σε ξανοίγει από τα νέφη
και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει
με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ’ εσέ καταγυρμένος,
γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ’ έκρωζ’ ο σκασμένος,
να σε βλάψει, αν ημπορεί.

΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι
πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι
στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει
κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει
ευκολόσβηστον αφρό·

οπού αφήνει ανεμοζάλη
και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη,
την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του,
οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου
και σ’ εκείνο αντισταθεί.

Το θηρίο π’ ανανογιέται
πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται,
αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση,
τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει,
φρίκη, θάνατος, ερμιά·

Ερμιά, θάνατος και φρίκη
όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη
πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει
της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι
να της ρίψεις πιθυμάς.

Μεγαλόψυχο το μάτι
δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν’ άρματα γεμάτη
και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν
για να ιδείς πως ειν’ πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν
άνδρες μύριοι και παιδιά;

Λίγα μάτια, λίγα στόματα
θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα
που θε νά ‘βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει
του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει,
λάμπει, κόφτει το σπαθί.

Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη;
Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει
και στο κάστρο ν’ ανεβεί.

Μέτρα! Ειν’ άπειροι οι φευγάτοι,
οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη
δέχοντ’, ώστε ν’ ανεβούν.

Εκεί μέσα ακαρτερείτε
την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε
στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη
έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη
αντιβούιζε φοβερά.

Ακούω κούφια τα τουφέκια,
ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια,
ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη
που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει
πάρεξ θάνατου πικρός.

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος,
οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος
του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι
οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη
που ακαρτέρειε τα σκυλιά·

Τ’ ακαρτέρειε. Εφαίνον’ ίσκιοι
αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι,
βρέφη ακόμη εις το βυζί.

‘Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει,
μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει
τα κρεβάτια τα στερνά.

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι
επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν’ άδικα σφαγμένοι
από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερι-
σμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη
εσκεπάζοντο απ’ αυτούς.

Θαμποφέγγει κανέν’ άστρο,
και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο
με νεκρώσιμη σιωπή.

‘Ετσι χάμου εις την πεδιάδα,
μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα
μισοφέγγαρο χλωμό,

Eάν οι άνεμοι μες στ’ άδεια
τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια,
οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν
όπου είν’ αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν
με βρυχίσματα βραχνά·

και χορεύοντας μανίζουν
εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν
με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει
βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει,
και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

Τότε αυξαίνει του πολέμου
ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου
στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου·
κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου
χώρις να δευτερωθεί.

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·
λες κι εκείθενε η ψυχή
απ’ το μίσος που την καίει
πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε
μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε
περισσότερο ειν’ γοργά.

Ουρανός γι’ αυτούς δεν είναι,
ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι’ αυτούς όλους το παν είναι
μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη,
που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ’ άλλη
δεν είνει ένας ζωντανός.

Κοίτα χέρια απελπισμένα
πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα
χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία
με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία,
σωθικά λαχταριστά.

Προσοχή καμία δεν κάνει
κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει,
φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο,
πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο
και λες κι είναι εις την αρχή.

Ολιγόστευαν οι σκύλοι,
και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη
«φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο,
πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο,
πάντα σκούζοντας «Αλλά».

Παντού φόβος και τρομάρα
και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα,
και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι
εις τ’ αυτιά δεν τους λαλεί.
‘Ολοι χάμου εκείτοντ’ όλοι
εις την τέταρτην αυγή.

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη
και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει
αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι,
δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι·
φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι·
δεν λάμπ’ ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει
εις τ’ αμπέλια, εις τα νερά.

Εις τον ήσυχον αιθέρα
τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα,
τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες
σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ’ οι ανδρείοι παλληκαράδες
δεν ψηφούν τον αριθμό.

Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε
και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ’ ιδείτε
πόσο μοιάζουνε με σας.

‘Ολοι εκείνοι τα φοβούνται
και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται
κι όλοι χάνουνται απ’ εδώ.

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου
πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου
περπατούν αντάμα οι δυο·

και πεσμένα εις τα χορτάρια
απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια
της φυγής και του χαμού.

Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία,
ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες,
στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες
οπού κάνουνε χορό.

Στο χορό γλυκογυρίζουν
ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν
μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει
πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει
γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.

Μες στα χόρτα, τα λουλούδια,
το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια
σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη
των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη,
χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Πήγες εις το Μεσολόγγι
την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι
για το τέκνο του Θεού.

Σου ‘λθε εμπρός λαμποκοπώντας
η Θρησκεία μ’ ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας
οπού ανεί τον ουρανό,

«σ’ αυτό», εφώναξε, «το χώμα
στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα
μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει,
και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει
που σκορπάει το θυμιατό.

Αγρικάει την ψαλμωδία
οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία
στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν’ αυτοί που πλησιάζουν
με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ’, άρματα ταράζουν;
Επετάχτηκες εσύ!

Α, το φως που σε στολίζει,
σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει,
δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη
χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι,
κι όλα γύρω σου είναι φως.

Το σπαθί σου αντισηκώνεις,
τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις,
κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει
προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ’, άπιστοι, εγεννήθη,
ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε:
«Εγώ ειμ’ ‘Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ’ αποκρυφθείτε
εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω,
που, μ’ αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω,
σαν δροσιά θέλει βρεθεί.

Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα,
τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα,
ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει,
και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει
μες στη στάχτη τη λεπτή»».

Κάποιος ήθελε ερωτήσει:
Του θυμού Του εισ’ αδελφή;
Ποιος είν’ άξιος να νικήσει
ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση
του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει
τη μισόχριστη σπορά.

Την αισθάνονται και αφρίζουν
τα νερά, και τ’ αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν
σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε
του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε
από την καταδρομή

να αποφύγετε; Το κύμα
έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα
πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει
κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει
τες βλασφήμιες του θυμού.

Σφαλερά τετραποδίζουν
πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν
και πατούν εις τα κορμιά.
Ποίος στο σύντροφον απλώνει

χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει
όσο που να νεκρωθεί.
Κεφαλές απελπισμένες,

με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ’ άστρα σηκωμένες
για την ύστερη φορά.
Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη

του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι
και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
Έτσι ν’ άκουα να βουίξει

τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει
κάθε σπέρμα αγαρηνό!
Και εκεί πού ‘ναι η Αγία Σοφία

μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ’ άψυχα κορμία,
βραχοσύντριφτα, γυμνά,
σωριασμένα να τα σπρώξει

η κατάρα του Θεού,
κι απ’ εκεί να τα μαζώξει
ο αδελφός του Φεγγαριού.
Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει,

κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ’ αργό πάτημα ας πηγαίνει
μεταξύ τους και ας μετρά.
Ένα λείψανο ανεβαίνει
τεντωτό, πιστομητό,

κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει
και δεν φαίνεται, και πλιο
και χειρότερα αγριεύει
και φουσκώνει ο ποταμός·

πάντα, πάντα περισσεύει·
πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
Α, γιατί δεν έχω τώρα
τη φωνή του Μωυσή;

Μεγαλόφωνα την ώρα
οπού εσβιούντο οι μισητοί,
το Θεόν ευχαριστούσε
στου πελάου τη λύσσα εμπρός,

και τα λόγια ηχολογούσε
αναρίθμητος λαός.
Ακλουθάει την αρμονία
η αδελφή του Ααρών,

η προφήτισσα Μαρία,
μ’ ένα τύμπανο τερπνόν
και πηδούν όλες οι κόρες
με τσ’ αγκάλες ανοικτές,

τραγουδώντας, ανθοφόρες,
με τα τύμπανα κι εκειές.
Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή,

σε γνωρίζω από την όψη
που με βία μετράει τη γη.
Εις αυτήν, είν’ ξακουσμένο,
δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·

όμως, όχι, δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σε.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει
κύματ’ άπειρα εις τη γη,

με τα οποία την περιζώνει,
κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
Με βρυχίσματα σαλεύει
που τρομάζει η ακοή·

κάθε ξύλο κινδυνεύει
και λιμνιώνα αναζητεί.
Φαίνετ’ έπειτα η γαλήνη
και το λάμψιμο του ηλιού,

και τα χρώματα αναδίνει
του γλαυκότατου ουρανού.
Δεν νικιέσαι, είν’ ξακουσμένο,
στην ξηράν εσύ ποτέ·

όμως όχι δεν είν’ ξένο
και το πέλαγο για σέ.
Περνούν άπειρα τα ξάρτια,
και σαν λόγγος στριμωχτά

τα τρεχούμενα κατάρτια,
τα ολοφούσκωτα πανιά.
Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις,
και αγκαλά δεν είν’ πολλές,

πολεμώντας, άλλα διώχνεις,
άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Μ’ επιθυμία να τηράζεις
δύο μεγάλα σε θωρώ,

και θανάσιμον τινάζεις
εναντίον τους κεραυνό.
Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει,
και σηκώνει μια βροντή,

και το πέλαο χρωματίζει
με αιματόχροη βαφή.
Πνίγοντ’ όλοι οι πολεμάρχοι
και δεν μνέσκει ένα κορμί·

χαίρου, σκιά του Πατριάρχη,
που σε πέταξαν εκεί.
Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι
με τσ’ εχθρούς τους τη Λαμπρή,

και τους έτρεμαν τα χείλη
δίνοντάς τα εις το φιλί.
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε
τώρα πλέον δεν τες πατεί,

και το χέρι οπού εφιλήστε
πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
‘Ολοι κλαψτε· αποθαμένος
ο αρχηγός της Εκκλησιάς·

κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος
ωσάν να ‘τανε φονιάς!
‘Εχει ολάνοικτο το στόμα
π’ ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ’ Άγιον Αίμα, τ’ Άγιον Σώμα·

λες πως θε να ξαναβγεί
η κατάρα που είχε αφήσει,
λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει

και ημπορεί να πολεμεί.
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει
εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει
την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει.
Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει
με το δάκτυλο η θεά.

Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη
τρεις φορές μ’ ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι
στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι
για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει
στους κινδύνους εμπροστά.

Απ’ εσάς απομακραίνει
κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει
που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι
ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη,
αχ, το νου σάς τυραννεί.

Η Διχόνοια που βαστάει
ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει,
«πάρ’ το», λέγοντας, «και συ».

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει
έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει
εισέ δάκρυα θλιβερά.

Από στόμα οπού φθονάει,
παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει
του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους
τα ξένη έθνη αληθινά:
«Εάν μισούνται ανάμεσό τους
δεν τους πρέπει ελευθεριά».

Τέτοια αφήστενε φροντίδα·
όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα
όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε
για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε
σαν αδέλφια γκαρδιακά.

Πόσο λείπει, στοχασθείτε,
πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε,
πάντα εσάς θ’ ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία,
καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία:
«Βασιλείς, κοιτάξτ’ εδώ!

Το σημείον που προσκυνάτε
είναι τούτο, και γι’ αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε
στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν
τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν,
και την πίστη αναγελούν.

Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη
αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη
της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες
του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες
και δεν έπαυσε στιγμή.

Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος
σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν’ φύσημα του αέρος
που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ’ αφήστε
να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε
εξ αιτίας πολιτικής;

Τούτο ανίσως μελετάτε
ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε,
και κτυπήσετε κι εδώ!»».

«Διονύσιος Σολωμός»